ξεροψημένος

ξεροψημένος
η , ο подсушенный; подрумяненный

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем написать реферат

Смотреть что такое "ξεροψημένος" в других словарях:

  • καβουρντιστός — και καβουρδιστός, ή, ό 1. καβουρδισμένος, ξεροψημένος («καβουρντιστός καφές») 2. μτφ. ψημένος από τον ήλιο. [ΕΤΥΜΟΛ. < καβουρντίζω ο τ. καβουρδιστός οφείλεται σε «υπεραστισμό» (βλ. λ. βόμβα)] …   Dictionary of Greek

  • φρυγμένος — και φρυμένος, η, ο, Ν [φρύγω] ξεροψημένος, καβουρντισμένος …   Dictionary of Greek

  • φρυκτός — ή, ό / φρυκτός, ή, όν, ΝΜΑ [φρύγω] ξεροψημένος, καβουρντισμένος μσν. αρχ. το θηλ. ως ουσ. ἡ φρυκτή είδος ρητίνης αρχ. 1. το αρσ. ως ουσ. ό φρυκτός α) φλεγόμενος δαυλός β) (ειδικά) πυρσός για την μετάδοση σημάτων («ὡς ὁ φρυκτὸς ἀγγέλλων πρέπει»,… …   Dictionary of Greek

  • φωκτός — ή, όν, Α [φώγω] ξεροψημένος …   Dictionary of Greek

  • ξεροψήνομαι — ξεροψήνομαι, ξεροψήθηκα, ξεροψημένος βλ. πίν. 2 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • καβουρδιστός — καβουρδιστός, ή, ό και καβουρντιστός, ή, ό 1. ξεροψημένος, τσιγαριστός, κοκκινισμένος. 2. μτφ., ψημένος από το λιοπύρι …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • κοκκινιστός — ή, ό τσιγαριστός, ξεροψημένος: Είχε κρέας κοκκινιστό …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ξεροψήνω — ξερόψησα, ξεροψήθηκα, ξεροψημένος, ψήνω κάτι ώσπου να γίνει ξερό …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»